Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μουσική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μουσική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

8 Φεβρουαρίου 2010

Έβαλε ο Θεός σημάδι παλικάρι στα Σφακιά

Κλείνουν 30 χρόνια από το θάνατο του παλληκαριού της Κρήτης, του μεγάλου τροβαδούρου, Νίκου Ξυλούρη. Το κείμενο το ξεσήκωσα από εδώ

Tα πρώτα του βήματα

Ο «Αρχάγγελος της Κρήτης» γεννήθηκε στις 7 Ιουλίου του 1936 στα Ανώγια Ρεθύμνου. Ήταν μόλις πέντε ετών, όταν στις 13 Αυγούστου του 1941 οι γερμανοί κατακτητές εισέβαλαν στο χωριό του και το έκαψαν. Οι κάτοικοι εγκαταστάθηκαν πρόσφυγες στην κοιλάδα του Μυλοποτάμου, για να επιστρέψουν στον τόπο τους τρία χρόνια αργότερα, μετά την απελευθέρωση.

Τα πρώτα χρόνια στα κατεστραμμένα Ανώγια είναι φτωχικά και δύσκολα για την οικογένεια του Νίκου Ξυλούρη, όπως και για όλους τους συγχωριανούς του. Ο ίδιος φεύγει για το Ηράκλειο, για να μάθει γράμματα. Το σχολείο, όμως, του είναι μάλλον αγγαρεία και ήδη έχει δείξει την κλίση του στη μουσική.

Μια μέρα βλέπει έναν συγγενή του να παίζει λύρα κι από τότε του καρφώνεται η ιδέα να μάθει αυτό το όργανο. Οι αντιρρήσεις του πατέρα του κάμπτονται από τον δάσκαλό του, που αναγνώρισε από νωρίς το ταλέντο του. Έτσι, σε ηλικία μόλις 10 ετών, αποκτά την πρώτη του λύρα, σταματά το σχολείο στην Γ' Δημοτικού και μετά από ενάμιση χρόνο μαθητείας δίπλα στον λυράρη Λεωνίδα Κλάδο, ξεκινά να βγάλει το ψωμί του παίζοντας σε γάμους, βαφτίσια και γιορτές, σ' όλη την Κρήτη.

Το 1953 ο 17χρονος Νίκος αφήνει πίσω το χωριό του, για να εγκατασταθεί στο Ηράκλειο. Πιάνει δουλειά στο κέντρο «Κάστρο» και με τα λεφτά που παίρνει πληρώνει ίσα ίσα το ενοίκιο για την κάμαρά του. Έχει ν' αντιμετωπίσει τη μουσική της εποχής (ταγκό, βαλς, ρούμπα, σάμπα κλπ), καθώς και τους μεγάλους λυράρηδες που δεν τον βλέπουν με καλό μάτι. Οι καλοί φίλοι που έχει αποκτήσει στο Ηράκλειο τον βοηθούν, οργανώνοντας γλέντια, και το όνομά του αρχίζει σιγά - σιγά να γίνεται γνωστό στο ευρύ κοινό.

Σε μια αποκριάτικη γιορτή βλέπει την Ουρανία Μελαμπιανάκη, γόνο αριστοκρατικής οικογενείας, και την ερωτεύεται. Για ένα χρόνο της κάνει καντάδα κάθε βράδυ κάτω από το παράθυρό της, χωρίς στην πραγματικότητα να έχουν μιλήσει ποτέ. Η ταξική τους διαφορά θα τους αναγκάσει να κλεφτούν και να παντρευτούν κρυφά, στις 21 Μαΐου του 1958. Μαζί θα αποκτήσουν δύο παιδιά, τον Γιώργη και τη Ρηνιώ.

Στο μεταξύ, η ανοδική πορεία του συνεχίζεται. Σκοπός του είναι να μάθει ο κόσμος τα τραγούδια της Κρήτης έξω από τα σύνορά της. Το Νοέμβριο του 1958 ηχογραφεί τον πρώτο του δίσκο με την εταιρία «Odeon» υπό τον τίτλο «Μια μαυροφόρα που περνά», παίρνοντας ως αμοιβή 150 δραχμές! Ο δίσκος γνωρίζει επιτυχία και η εταιρία του τον βοηθάει να κάνει κι άλλους, βγάζοντάς τον από τις δύσκολες μέρες.

Το 1966 το κράτος επιλέγει και στέλνει τον Νίκο Ξυλούρη σ' ένα διαγωνισμό δημοτικής μουσικής στο Σαν Ρέμο της Ιταλίας, οπού ανάμεσα σε δεκάδες συγκροτήματα απ' όλο τον κόσμο παίρνει το πρώτο βραβείο για την ερμηνεία του στο συρτάκι που έπαιξε με τη λύρα. Ο διάσημος για την Κρήτη λυράρης, ύστερα από πολύ κόπο και προσπάθεια, ανοίγει τα φτερά του και γίνεται γνωστός σ' όλη την Ελλάδα.

Καριέρα στην Αθήνα

Τον Απρίλιο του 1969 ο Νίκος Ξυλούρης κάνει την πρώτη δοκιμαστική εμφάνισή του στην Αθήνα, στο κέντρο «Κονάκι», και ο κόσμος τον αποθεώνει. Το Σεπτέμβριο του ίδιου χρόνου αποφασίζει να εγκατασταθεί στην πρωτεύουσα. Ένα από εκείνα τα βράδια, επισκέπτεται το μαγαζί ο σκηνοθέτης και ποιητής Ερρίκος Θαλασσινός. Γνωρίζονται και γίνονται αχώριστοι φίλοι.

Ο Θαλασσινός μιλάει γι' αυτόν στον μουσικοσυνθέτη Γιάννη Μαρκόπουλο, με τον οποίο συνεργάζονται για πρώτη φορά στο «Χρονικό», μία ενότητα τραγουδιών που θέτει σε νέα βάση τη σχέση της παράδοσης με το παρόν. Έξι μήνες αργότερα κυκλοφορεί ο δίσκος - αναφορά στα «Ριζίτικα» της Κρήτης, για τον οποίο βραβεύεται από τη Γαλλική Ακαδημία Σαρλ Κρος. Το Μάιο του 1971 ξεκινούν κοινές εμφανίσεις στη μπουάτ «Λήδρα» στην πλάκα.

Μέσα στην καρδιά της δικτατορίας, η φωνή του Ξυλούρη, είτε λέει τα τραγούδια του Μαρκόπουλου, είτε παραδοσιακά τραγούδια της Κρήτης, γίνεται σημαία αντίστασης... «Πότε θα κάνει ξαστεριά», «Αγρίμια κι αγριμάκια μου». Ακολουθούν δύο ακόμα κύκλοι τραγουδιών του Γιάννη Μαρκόπουλου, η «Ιθαγένεια» και ο «Στρατής ο θαλασσινός», αλλά και συνεργασίες με τον Σταύρο Ξαρχάκο («Διόνυσε, καλοκαίρι μας», «Συλλογή»), τον Χριστόδουλο Χάλαρη («Τροπικός της Παρθένου», «Ακολουθία») και τον Χρήστο Λεοντή («Καπνισμένο μου τσουκάλι»).

Το καλοκαίρι του 1973 ο Νίκος Ξυλούρης κάνει το ντεμπούτο του στο σανίδι. Κρατά τον καθοριστικό ρόλο του τραγουδιστή στην παράσταση «Το μεγάλο μας τσίρκο» που ανεβάζουν η Τζένη Καρέζη και ο Κώστας Καζάκος στο θέατρο «Αθήναιον», με αντικείμενο την ιστορική διαδρομή της Ελλάδας στα νεότερα χρόνια. Μέσα από τις αναφορές και τα τραγούδια του βρίσκει τρόπο έκφρασης το τεταμένο πολιτικό κλίμα, που οδηγεί στην εξέγερση του Πολυτεχνείου. Είναι από τις ελάχιστες επίσημες παρουσίες στο χώρο, που βλέπουν το φως της δημοσιότητας από τις εφημερίδες εκείνων των ημερών.

Τα μεταπολιτευτικά χρόνια τραγουδά κάποια ακόμα τραγούδια του Χρήστου Λεοντή, του Σταύρου Ξαρχάκου και του Γιάννη Μαρκόπουλου. Παράλληλα, ηχογραφεί τα «Αντιπολεμικά» τραγούδια του Λίνου Κόκοτου και του Δημήτρη Χριστοδούλου και κάποια μελοποιημένα από τον Ηλία Ανδριόπουλο ποιήματα του Γιώργου Σεφέρη. Επανέρχεται όμως και στα παραδοσιακά τραγούδια της Κρήτης, ενώ λέει και κάποια λαϊκά τραγούδια του Στέλιου Βαμβακάρη. Με τον «Αργαλειό», το «Φιλεντέμ», τον «Πραματευτή», αλλά και το «Μεσοπέλαγα αρμενίζω», η φωνή του ακούγεται και πάλι έντονα. Τώρα λέει και πάλι «τραγούδια ζωής». Όμως, η ζωή του επιφυλάσσει μία δυσάρεστη έκπληξη...

Ο «αρχάγγελος», στη γειτονιά των αγγέλων

Το 1979 είναι μια δύσκολη χρονιά για τον Νίκο Ξυλούρη. Αν και η καριέρα του βρίσκεται στο απόγειό της, ο ίδιος υποφέρει από έντονους πόνους στο κεφάλι και στο θώρακα. Ταξιδεύει στη Νέα Υόρκη και εισάγεται για εξετάσεις στο Memorial Hospital, όπου διαπιστώνεται ότι πάσχει από καρκίνο. Έπειτα από πολλαπλές εγχειρήσεις επιστρέφει στο σπίτι ενός φίλου του στο Πόρτο Ράφτη και προσπαθεί να νικήσει την επάρατο νόσο.

Την Τετάρτη, 6 Φεβρουαρίου του 1980, μπαίνει στο Αντικαρκινικό Νοσοκομείο Πειραιώς για νέες εξετάσεις. Την επόμενη μέρα, όμως, η κατάσταση της υγείας του επιδεινώνεται και το βράδυ της Πέμπτης πέφτει σε κώμα. Οι γιατροί κάνουν υπεράνθρωπες προσπάθειες για να τον κρατήσουν στη ζωή, αλλά όλα είναι μάταια. Τα χαράματα της Παρασκευής 8 Φεβρουαρίου φεύγει για πάντα από κοντά μας. Το τραγούδι που κάποτε τραγούδησε βγήκε αληθινό...

«Μια μέρα, μια Παρασκευή
θα πέσω να πεθάνω
και μια Λαμπρή θ αναστηθώ
από το χώμα απάνω»

Στις 9 Φεβρουαρίου χιλιάδες κόσμου, επώνυμοι κι ανώνυμοι, αποχαιρετούν τον «Αρχάγγελο της Κρήτη» με δάκρια στα μάτια και τραγουδούν:

«Έβαλε ο Θεός σημάδι παλικάρι στα Σφακιά
και ο πατέρας του στον Άδη άκουσε μια τουφεκιά...»

Μια από τις ερμηνείες του που πάντα με συγκινεί είναι η πιο κάτω. Από το δίσκο "Χρονικό" του Γιάννη Μαρκόπουλου σε στίχους Κώστα Μύρη από το 1969

4 Φεβρουαρίου 2010

Δεν λες κουβέντα.



Δε λες κουβέντα,
κρατάς κρυμμένα μυστικά
και ντοκουμέντα
κι ακούω μόνο
συνθήματα μεταλλικά
των μικροφώνων

Ξέρω τ' όνομά σου
την εικόνα σου και πάλι από την αρχή
ψάχνω για μια διέξοδο γυρεύοντας
μια αλλιώτικη ζωή

Περνούν οι νύχτες,
τα δευτερόλεπτα βαριά
στους λεπτοδείκτες
ζητώντας κάτι
που να μη γίνεται ουρλιαχτό
κι οφθαλμαπάτη

Ξέρω τ' όνομά σου
την εικόνα σου και πάλι από την αρχή
ψάχνω για μια διέξοδο γυρεύοντας
μια αλλιώτικη ζωή

Στων χιλιομέτρων
την ερημιά και στη σιωπή των χρονομέτρων
ακούγονται τώρα
σειρήνες μεταγωγικά κι ασθενοφόρα

Ξέρω τ' όνομά σου
την εικόνα σου και πάλι από την αρχή
ψάχνω για μια διέξοδο γυρεύοντας
μια αλλιώτικη ζωή

Στίχοι: Κώστας Τριπολίτης
Μουσική: Δήμος Μούτσης
Ερμηνεία: Σωτηρία Μπέλλου και Δήμος Μούτσης

Οποιοιδήποτε συνειρμοί ευπρόσδεκτοι....

27 Ιανουαρίου 2010

Καφενείον η Ελλάς



Δεν ξέρω γιατί, αλλά κάθε φορά που ακούω για την τραγική κατάσταση που βρίσκεται η Ελλάδα σήμερα πέραν από τη στεναχώρια μου για την κατάντια που την έφεραν, μου έρχεται στο νου το τραγούδι του Γιάννη Μαρκόπουλου σε στίχους του Κώστα Μύρη. Ακούστε το με την αγαπημένη φωνή της Μαρίας Δημητριάδη.

Στο καφενείον η Ελλάς ο σαλτιμπάγκος
πουλά τα νούμερα φτηνά
δραχμή τα ακροβατικά
Οι αλυσίδες δωρεάν
το πήδημα θανάτου δυο δραχμές
το πήδημα θανάτου δυο δραχμές χωρίς σχοινιά

Περάστε κόσμε περάστε κόσμε περάστε κόσμε περάστε κόσμε

Ασώματος η κεφαλή περάστε κόσμε
την βρήκαμε στην Αφρική
καπνίζει πίνει και πονά
Τρελαίνεται για μουσική
χορεύει με τα μάτια δυο δραχμές
χορεύει με τα μάτια δυο δραχμές ποιος θα τη δει

Περάστε κόσμε περάστε κόσμε περάστε κόσμε περάστε κόσμε

Στο καφενείον η Ελλάς οι θεατρίνοι
μ’ ασετιλίνη και κεριά
τη Γκόλφω παίζουν στα παιδιά
Με φουστανέλες δανεικές
και δάκρυ πληρωμένο δυο αυγά
και δάκρυ πληρωμένο δυο αυγά και τρεις δραχμές

Περάστε κόσμε περάστε κόσμε περάστε κόσμε περάστε κόσμε

18 Ιανουαρίου 2010

Πνευματικό εμβατήριο


Οι αξεπέραστοι στίχοι του Σικελιανού, γραμμένοι μέσα στο χαλασμό και τις κορυφαίες ηρωικές στιγμές της κατοχής, ντυμένοι άψογα με την μουσική του Μίκη Θεοδωράκη δεν παύουν να με συναρπάζουν όσες φορές και να τους ακούσω. Το κομμάτι που ακούτε είναι αυτό με τα μαύρα γράμματα. Μπορείτε να βρείτε και τα υπόλοιπα στον γιουτούπη. Απολαύστε υπεύθυνα!


Σὰν ἔριξα καὶ τὸ στερνὸ δαυλὶ στὸ φωτογώνι,
(δαυλὶ τῆς ζωῆς μου τῆς κλεισμένης μέσ᾿ τὸ χρόνο)
στὸ φωτογώνι τῆς καινούργιας λευτεριᾶς σου, Ἑλλάδα,
μοῦ ἀναλαμπάδιασε ἄξαφνα ἡ ψυχὴ σὰν νἆταν
ὅλο χαλκὸς τὸ διάστημα, ἢ ὡς νἆχα, τ᾿ ἅγιο κελὶ
Τοῦ Ἡράκλειτου τριγύρα μου, ὅπου, χρόνια,
γιὰ τὴν Αἰωνιότη ἔχαλκευσε τοὺς λογισμούς του
καὶ τοὺς κρεμνουσε ὡς ἅρματα στῆς Ἔφεσος τὸ Ναό...

Γιγάντιες σκέψεις, σὰ νέφη πύρινα ἢ νησιὰ πορφυρωμένα
σὲ μυθικὸν ἡλιοβασίλεμα, ἄναβαν στὸ νοῦ μου,
τὶ ὅλη μου καίονταν μονομιᾶς ἡ ζωὴ στὴν ἔγνοια
τῆς καινούργιας λευτεριᾶς Σου, Ἑλλάδα. γι᾿ αὐτὸ δὲν εἶπα:


Τοῦτο εἶναι τὸ φῶς τῆς νεκρικῆς πυρᾶς μου...


Δαυλὸς τῆς Ἱστορίας Σου, ἔκραξα εἶμαι, καὶ νά,
ἂς καεῖ σὰν δάδα τὸ ἔρμο μου κουφάρι, μὲ τὴν δάδα τούτην,
ὀρθὸς πορεύοντας, ὡς μὲ τὴν ὕστερη ὥρα,
ὅλες νὰ φέξουν τέλος οἱ γωνιὲς τῆς οἰκουμένης,
ν᾿ ἀνοίξω δρόμο στὴν ψυχή, στὸ πνεῦμα, στὸ κορμί Σου, Ἑλλάδα.


Εἶπα, καὶ ἐβάδισα
κρατώντας τ᾿ ἀναμμένο μου συκώτι στὸν Καύκασό Σου,
καὶ τὸ κάθε πάτημά μου ἦταν τὸ πρῶτο,
κι ἦταν, θάρρευα, τὸ τελευταῖο,
τὶ τὸ γυμνό μου πόδι ἔπατει μέσα στὰ αἵματά Σου,
τί τὸ γυμνό μου πόδι ἐσκονταυε στὰ πτώματά Σου,
γιατὶ τὸ σῶμα, ἡ ὄψη μου, ὅλο μου τὸ πνεῦμα καθρεφτιζόταν,
σὰ σὲ λίμνη, μέσα στὰ αἱματά Σου.


Ἐκεῖ, σὲ τέτοιον ἄλικο καθρέφτη. Ἑλλάδα, καθρέφτη ἀπύθμενο,
καθρέφτη τῆς ἀβύσσου, τῆς Λευτεριᾶς Σου καὶ τῆς δίψας Σου,
εἶδα τὸν ἑαυτό μου βαρὺ ἀπὸ κοκκινόχωμα πηλὸ πλασμένο,
καινούργιο Ἀδὰμ τῆς πιὸ καινούργιας Πλάσης
ὅπου νὰ πλάσουνε γιὰ Σένα μέλλει. Ἑλλάδα.

Κι εἶπα:
Τὸ ξέρω, ναὶ ποὺ κι οἱ Θεοί Σου,
οἱ Ὀλύμπιοι χθόνιο τώρα γίνανε θεμέλιο,
γιατὶ τοὺς θάψαμε βαθειὰ βαθειά, νὰ μὴν τοὺς βροῦν οἱ ξένοι.
Καὶ τὸ θεμέλιο διπλὸ στέριωσε κι᾿ ἐτριπλοστεριωσε
ὅλο μ᾿ ὅσα οἱ ὀχτροί μας κόκαλα σωριάσανε ἀποπάνω...
κι᾿ ἀκόμα ξέρω πὼς γιὰ τὶς σπονδὲς καὶ τὸ τάμα
τοῦ νέου Ναοῦ π᾿ ὀνειρευτήκαμε γιὰ Σένα, Ἑλλάδα,
μέρες καὶ νύχτες τόσα ἀδέλφια σφάχτηκαν ἀνάμεσά τους,
ὅσα δὲ σφάχτηκαν ἀρνιὰ ποτὲ γιὰ Πάσχα...


Μοίρα, κι ἡ Μοίρα Σου ὡς τὰ τρίσβαθα
δική μου κι᾿ ἀπ᾿ τὴν Ἀγάπη, ἀπ᾿ τὴ μεγάλη δημιουργὸ Ἀγάπη
νὰ ποὺ ἡ ψυχή μου ἐσκλήρυνεν,
ἐσκλήρυνε καὶ μπαίνει ἀκέρια πιὰ μέσα στὴ λάσπη
καὶ μέσ᾿ τὸ αἷμα Σου, νὰ πλάσῃ τὴ νέα καρδιὰ
ποὺ χρειάζεται στὸ νιό Σου ἀγώνα, Ἑλλάδα.
Τὴ νέα καρδιὰ ποὺ κιόλας ἔκλεισα στὰ στήθη
καὶ κράζω σήμερα μ᾿ αὐτὴ πρὸς τοὺς συντρόφους ὅλους.


Ὀμπρὸς βοηθᾶτε νὰ σηκώσουμε τὸν ἥλιο πάνω ἀπ᾿ τὴν Ἑλλάδα,
ὀμπρός, βοηθᾶτε νὰ σηκώσουμε τὸν ἥλιο πάνω ἀπὸ τὸν κόσμο.
Τὶ, Ἰδέτε· ἐκόλλησεν ἡ ρόδα του βαθειὰ στὴ λάσπη,
κι ἄ, ἰδέτε χώθηκε τ᾿ ἀξόνι του βαθειὰ μέσ᾿ τὸ αἷμα.
Ὀμπρός, παιδιά, καὶ δὲ βολεῖ μονάχος ν᾿ ἀνέβῃ ὁ ἥλιος,
σπρῶχτε μὲ γόνα καὶ μὲ στῆθος νὰ τὸν βγάλουμε ἀπ᾿ τὴ λάσπη,
σπρῶχτε μὲ στῆθος καὶ μὲ γόνα νὰ τὸν βγάλουμε ἀπ᾿ τὸ γαῖμα.
Δέστε, ἀκουμπᾶμε ἀπάνω τοῦ ὁμοαίματοι ἀδελφοί του.
Ὀμπρός, ἀδέλφια, καὶ μᾶς ἔζωσε μὲ τὴ φωτιά του,
ὀμπρός, ὀμπρὸς κι ἡ φλόγα του μᾶς τύλιξε ἀδελφοί μου.


Ὀμπρὸς οἱ δημιουργοί.. Τὴν ἀχθοφόρα ὁρμή Σας,
στυλῶστε μὲ κεφάλια καὶ μὲ πόδια, μὴ βουλιάξει ὁ ἥλιος.
Βοηθᾶτε με κι ἐμένανε ἀδελφοί, νὰ μὴ βουλιάξω ἀντάμα..
Τὶ πιὰ εἶν᾿ ἀπάνω μου καὶ μέσα μου καὶ γύρα.
Τὶ πιὰ γυρίζω σ᾿ ἕναν ἅγιον Ἴλιγγο μαζί του...
Χίλια καπούλια ταῦροι τοῦ κρατᾶν τὴ βάση, δικέφαλος ἀητός·
κι ἀπάνω μου τινάζει τὶς φτεροῦγες του καὶ βογγάει ὁ σάλαγός του,
στὴν κεφαλή μου πλάι καὶ μέσα στὴν ψυχή μου.
καὶ τὸ μακριὰ καὶ τὸ σιμὰ γιὰ μένα πιὰ εἶν᾿ ἕνα...
Πρωτάκουστες βαρεῖες μὲ ζώνουν Ἁρμονίες,
ὀμπρός, σύντροφοι, βοηθᾶτε νὰ σηκωθεῖ νὰ γίνει ὁ ἥλιος πνεῦμα.


Σιμώνει ὁ νέος ὁ Λόγος π᾿ ὅλα θὰ τὰ βάψῃ,
στὴ νέα του φλόγα. νοῦ καὶ σῶμα. ἀτόφιο ἀτσάλι...
Ἡ γῆ μας ἀρκετὰ λιπάστηκε ἀπὸ σάρκα ἀνθρώπου...
παχιὰ καὶ καρπερά, νὰ μὴν ἀφήσουνε τὰ σώματά μας
νὰ ξεραθοῦν ἀπ᾿ τὸ βαθὺ τοῦτο λουτρὸ τοῦ αἵμα του πιὸ πλούσιο,
πιὸ βαθὺ κι ἀπ᾿ ὅποιο πρωτοβρόχι.
Αὔριο νὰ βγεῖ ὁ καθένας μας μὲ δώδεκα ζευγάρια βόδια
τὴ γῆ αὐτὴ νὰ ὀργώσει τὴν αἱματοποτισμενη...
Ν᾿ ἀνθίση ἡ δάφνη ἀπάνω της καὶ δέντρο ζωῆς νὰ γένη,
καὶ ἡ Ἄμπελός μας νὰ ἁπλωθεῖ ὡς τὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης...


Ἔτσι, σὰν ἔριξα καὶ τὸ στερνὸ δαυλὶ στὸ φωτογώνι
(δαυλὶ τῆς ζωῆς μου τῆς κλεισμένης μέσ᾿ τὸ χρόνο)
στὸ φωτογώνι τῆς καινούργιας Λευτεριᾶς Σου, Ἑλλάδα
ἀναψυχώθηκε ἄξαφνα τρανὴ ἡ κραυγή μου, ὡς νἆταν
ὅλο χαλκὸς τὸ διάστημα ἢ ὡς νἆχα τ᾿ ἅγιο κελὶ
τοῦ Ἠράκλειτου τριγύρα μου, ὅπου, χρόνια,
γιὰ τὴν Αἰωνιότη ἐχάλκευε τοὺς στοχασμούς του
καὶ τοὺς κρεμνοῦσε ὡς ἅρματα στῆς Ἔφεσος τὸ ναὸ
ὡς Σᾶς ἔκραζα σύντροφοι.

4 Ιουλίου 2009

Πού να χωρέσει τ' όνειρο


Αφιερωμένο με όλη μου την αγάπη στη σύντροφό μου Ελένη! Οι στίχοι εξακολουθούν να μας συγκινούν το ίδιο όπως τότε. Πριν τριάντα χρόνια! (αθεράπευτα ρομαντικοί).

Να μας χαιρόμαστε κορίτσι μου!


Ίσως το καλύτερο λαϊκό του Λεοντή. Όσο κι΄αν έψαξα δεν μπόρεσα να βρω την πρώτη εκτέλεση με τον Περπινιάδη. Και ο Ζωγράφος όμως το εκτελεί υπέροχα!

Δρόμοι όλο λάσπη και σπίτια ρημαδιό
πού να χωρέσει τ' όνειρο σε κάμαρη δυο πήχες.
Έλα καλή μου, φόρεσε τ' άσπρο μαντήλι που είχες
και τ΄αύριο πιο καλό απ΄το χθες, για μας τους δυο.

Σφυρίζει η φάμπρικα, η βάρδια μου τελειώνει
κι αν θες ν' αλλάξουμε ζωή, να πάμε σε μιαν άλλη,
έλα καλή μου, φόρεσε τ' άσπρο μαντήλι σου πάλι
και τ' αύριο πιο καλό απ' το χθες για μας τους δυο.

Πέφτει σκοτάδι στους δρόμους τους στενούς
και τα παιδιά μαζεύτηκαν τριγύρω στο μαγκάλι.
Έχουμε οι δυο μας δύναμη να ξαναρχίσουμε πάλι
σε κόσμους άλλους κι ουρανούς, πιο φωτεινούς.

Στίχοι: Μιχάλης Παπανικολάου
Μουσική: Χρήστος Λεοντής
Πρώτη εκτέλεση: Βαγγέλης Περπινιάδης & Ρία Νόρμα

20 Μαΐου 2009

Τους έχω βαρεθεί

Από τη στιγμή που άκουσα τους πυροβολισμούς του Βγενόπουλου προς όλες τις κατευθύνσεις σφηνώθηκε στο μυαλό μου αυτό το τραγούδι. Όχι πως αυτός δεν συμπεριλαμβάνεται στο συρφετό... Αν το ψάξουμε βέβαια λιγάκι μπορεί να βρούμε και κομμάτι του εαυτού μας ανάμεσα στους στίχους.



Αυτούς τους έχω βαρεθεί

Τις κρύες γυναίκες που με χαϊδεύουν

τους ψευτοφίλους που με κολακεύουν
που απ’ τους άλλους θεν παλικαριά
κι οι ίδιοι όλο λερώνουν τα βρακιά
σ’ αυτήν την πόλη που στα δυο έχει σκιστεί
Τους έχω βαρεθεί

Και πέστε μου αξίζει μια πεντάρα
των γραφειοκρατών η φάρα
στήνει με ζήλο περισσό
στο σβέρκο του λαού χορό
στης ιστορίας τον χοντρό το κινητή
Την έχω σιχαθεί

Και τι θα χάναμε χωρίς αυτούς όλους
τους Γερμανούς τους προφεσόρους
που καλύτερα θα ξέρανε πολλά
αν δεν γεμίζαν ολοένα την κοιλιά
υπαλληλίσκοι φοβητσιάρηδες, δούλοι παχιοί
Τους έχω βαρεθεί

Κι οι δάσκαλοι της νεολαίας νταντάδες
κόβουν στα μέτρα τους, τους μαθητάδες
κάθε σημαίας πλαισιώνουν τους ιστούς
με ιδεώδεις υποτακτικούς
που είναι στο μυαλό νωθροί
μα υπακοή έχουν περισσή
Τους έχω βαρεθεί

Κι ο παροιμιώδης μέσος ανθρωπάκος
κέρδος ποτέ μα από παθήματα χορτάτος
που συνηθίζει στην κάθε βρωμιά
αρκεί να έχει γεμάτο τον ντορβά
κι επαναστάσεις στα όνειρά του αναζητεί
Τον έχω βαρεθεί

Κι οι ποιητές με χέρι υγρό
υμνούνε της πατρίδας τον χαμό
κάνουν με θέρμη τα στοιχειά στιχάκια
με τους σοφούς του κράτους τα ‘χουνε πλακάκια
σαν χέλια γλοιώδικα έχουν πουληθεί
Τους έχω σιχαθεί

Σαν χέλια γλοιώδικα έχουν πουληθεί
Τους έχω σιχαθεί


Στίχοι: Δημοσθένης Κούρτοβικ & Wolf Birman
Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος
Πρώτη εκτέλεση: Μαρία Δημητριάδη
Άλλες ερμηνείες: Βασίλης Παπακωνσταντίνου

16 Μαΐου 2009

Μουσικό βάλσαμο



Ψάχνοντας για τραγούδια σε στίχους του μεγάλου Νίκου Γκάτσου, η επιλογή ήταν πολύ δύσκολη μέσα από τα εκατοντάδες τραγούδια μεγάλων συνθετών που στολίζει ο στίχος του. Κατέληξα σε ένα από τα λιγότερο "παιγμένα". Προσωπικά με συνεπαίρνει ο αμανέδικος σκοπός που μαζί με τα λόγια συνθέτουν ένα πανέμορφο μοιρολόι.

Στις 12 του μήνα συμπληρώθηκαν 17 χρόνια από το θάνατο του ποιητή της Αμοργού.

Καίγομαι καίγομαι

Όταν γεννιέται ο άνθρωπος
ένας καημός γεννιέται
όταν φουντώνει ο πόλεμος
το αίμα δε μετριέται

Καίγομαι καίγομαι
ρίξε κι άλλο λάδι στη φωτιά
πνίγομαι πνίγομαι
πέτα με σε θάλασσα βαθιά

Ορκίστηκα στα μάτια σου
που τα ‘χα σαν βαγγέλιο
τη μαχαιριά που μου ‘δωκες
να σου την κάμω γέλιο

Καίγομαι καίγομαι
ρίξε κι άλλο λάδι στη φωτιά
πνίγομαι πνίγομαι
πέτα με σε θάλασσα βαθιά

Μα συ βαθιά στην κόλαση
την αλυσίδα σπάσε
κι αν με τραβήξεις δίπλα σου
ευλογημένος να ‘σαι

Καίγομαι καίγομαι
ρίξε κι άλλο λάδι στη φωτιά
πνίγομαι πνίγομαι
πέτα με σε θάλασσα βαθιά

Στίχοι: Νίκος Γκάτσος
Μουσική: Σταύρος Ξαρχάκος
Πρώτη εκτέλεση: Σωτηρία Λεονάρδου

24 Μαρτίου 2009

Αφιέρωμα στο 21

Τιμώντας την επέτειο της Ελληνικής Επανάστασης ανάρτησα δύο εξαιρετικά κομμάτια. Το πρώτο είναι ο Θούριος του Ρήγα μελοποιημένο από το Χρήστο Λεοντή και το δεύτερο, απόσπασμα από τους Ελεύθερους Πολιορκημένους του Διονύσιου Σολωμού που μελοποίησε ο Γιάννης Μαρκόπουλος. Και τα δύο τα ερμηνεύει ο μοναδικός Νίκος Ξυλούρης.



Θούριος

Στίχοι: Ρήγας Φερραίος
Μουσική: Χρήστος Λεοντής
Πρώτη εκτέλεση: Νίκος Ξυλούρης

Ως πότε παλικάρια, θα ζούμε στα στενά,
μονάχοι σα λιοντάρια, στες ράχες στα βουνά;
Κάλλιο είναι μιας ώρας ελεύθερη ζωή,
παρά σαράντα χρόνους, σκλαβιά και φυλακή.

Σπηλιές να κατοικούμε, να βλέπουμε κλαδιά,
να φεύγωμ' απ' τον κόσμο, για την πικρή σκλαβιά;
Κάλλιο είναι μιας ώρας ελεύθερη ζωή,
παρά σαράντα χρόνους, σκλαβιά και φυλακή.

Να χάνωμεν αδέλφια, πατρίδα και γονείς,
τους φίλους, τα παιδιά μας, κι όλους τους συγγενείς;
Κάλλιο είναι μιας ώρας ελεύθερη ζωή,
παρά σαράντα χρόνους, σκλαβιά και φυλακή.



Ελεύθεροι Πολιορκημένοι

Στίχοι: Διονύσιος Σολωμός
Μουσική: Γιάννης Μαρκόπουλος
Πρώτη εκτέλεση: Νίκος Ξυλούρης

Άκρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει.
Λαλεί πουλί, παίρνει σπυρί κι η μάνα το ζηλεύει.
Τα μάτια η πείνα εμαύρισε στα μάτια η μάνα μνέει
στέκει ο Σουλιώτης ο καλός παράμερα και κλαίει.
"Έρμο τουφέκι σκοτεινό, τι σ' έχω 'γώ στο χέρι;
Οπού συ μου 'γινες βαρύ κι ο Αγαρηνός το ξέρει".

14 Μαρτίου 2009

Η πιο όμορφη θάλασσα



Σύντομο το σημερινό μουσικό διάλειμμα. Βέβαια ο Ναζίμ Χικμέτ δεν χρειαζόταν περισσότερα για να πει αυτά που ήθελε. Ο κομμουνιστής Τούρκος ποιητής πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στη φυλακή εξαιτίας των πολιτικών φρονημάτων του, και του στερήθηκε η τουρκική υπηκοότητα. Παρ' όλες τις διώξεις η ποίηση του είναι ένας ύμνος στην ανθρώπινη αλληλεγγύη και στην αισιοδοξία για ένα καλύτερο αύριο για όλους τους ανθρώπους.

Θα γελάσεις απ' τα βάθη των χρυσών σου ματιών
είμαστε μες στο δικό μας κόσμο

Η πιο όμορφη θάλασσα
είναι αυτή που δεν έχουμε ακόμα ταξιδέψει
Τα πιο όμορφα παιδιά δεν έχουν μεγαλώσει ακόμα
Τις πιο όμορφες μέρες μας
δεν τις έχουμε ζήσει ακόμα

Κι αυτό που θέλω να σου πω
το πιο όμορφο απ' όλα,
δε στο 'χω πει ακόμα.


Στίχοι: Ναζίμ Χικμέτ
Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος
Πρώτη εκτέλεση: Μαρία Δημητριάδη

Αφιερωμένο στη Ψυχία

6 Μαρτίου 2009

Μάνα Γη




Ένας ύμνος στη γη και το περιβάλλον μας από τους ευαίσθητους Apurimac.

Γράφει σχετικά κάποιος αναγνώστης του stixoi.com για το τραγούδι:

"Κάποτε δίδασκα μουσική σε ένα νηπιαγωγίο και είχα μάθει στα παιδιά το τραγούδι αυτό. Τους είπα λοιπόν να αυτοσχεδιάσουν σαν χορευτικό. Κάναν όλα τα παιδιά τις ίδιες κινήσεις με τα χέρια: Μάνα Γη τα άπλωναν κάτω, Πατέρα Ουρανέ τα σηκώνανε, Τα Παιδιά σας Είμαστε μας δείχνανε εμάς τους μεγαλύτερους. Όμως... Όταν μας δείχνανε υπήρχε κάτι στο βλέμμα τους, στο βλέμμα ολονών: Μια κατηγόρια. Θα μπορούσα να πω ότι μου φάνηκε, ότι ήταν ιδέα μου. Όμως είμαι βέβαιος πως δεν έκανα λάθος γιατί δίπλα μου πολλά κεφάλια, μαζί και το δικό μου, σκύψανε ντροπιασμένα..."

Πείτε του Ήλιου να φανεί και να χαμογελάσει
να τραγουδήσουν τα πουλιά στα πράσινα λιβάδια
πείτε του Ήλιου να φανεί και να μας αγκαλιάσει
όπως μας αγκαλιάζουνε του αργαλειού τα δώρα

Μάνα Γη, Μάνα Γη, Ουρανέ, πατέρα Ουρανέ
τα παιδιά σας είμαστε
Μάνα Γη, Μάνα Γη, Ουρανέ, πατέρα Ουρανέ
τα παιδιά σας είμαστε

Το άσπρο φως του πρωινού, ας είναι το στημόνι
το κόκκινο του δειλινού, ας είναι το υφάδι
και οι σταγόνες της βροχής, τα ασημένια κρόσσια
και ύστερα όλα τα χρώματα, απ’ το ουράνιο τόξο

Μάνα Γη, Μάνα Γη, Ουρανέ, πατέρα Ουρανέ
τα παιδιά σας είμαστε

Μάνα Γη, Μάνα Γη, Ουρανέ, πατέρα Ουρανέ
τα παιδιά σας είμαστε…

Στίχοι: Apurimac
Μουσική: Apurimac
Eκτέλεση: Apurimac & Χάρης & Πάνος Κατσιμίχας

Αφιερωμένο στον Aceras Anthropophorum

28 Φεβρουαρίου 2009

Γράμμα σ' ένα ποιητή



Και αυτή η μουσική ανάσα είναι σε στίχους Καββαδία. Παρόλο που η αγάπη του για τη θάλασσα και τα ταξίδια είναι και εδώ εμφανής, το γράμμα απευθύνεται στον ποιητή Καίσαρα Εμμανουήλ. Ο Καίσαρας κάπου ανάμεσα στους απαισιόδοξους στίχους του είχε γράψει κάπου “ Φαίνεται πια πως τίποτα - τίποτα δεν μας σώζει..." και από αυτό ορμώμενος ο Καββαδίας του απαντά με το ποίημα-γράμμα αφιέρωμα του.

Ξέρω εγώ κάτι που μπορούσε Καίσαρ να σε σώσει
Κάτι που πάντα βρίσκεται σε αιώνια εναλλαγή
Κάτι που σκίζει τις θολές γραμμές των οριζόντων
Και ταξιδεύει αδιάκοπα την ατελείωτη γη

Κάτι που θα ‘κανε γοργά να φύγει το κοράκι
Που του γραφείου σου πάντοτε σκεπάζει τα χαρτιά
Να φύγει κράζοντας βραχνά χτυπώντας τα φτερά του
Προς κάποια ακατοίκητη κοιλάδα του νοτιά

Μακριά πολύ μακριά να ταξιδεύουμε
κι ο ήλιος πάντα μόνους να μας βρίσκει
Εσύ τσιγάρο CAMEL να καπνίζεις ναι
κι εγώ σε μια γωνιά να πίνω Whiskey

Οι πολιτείες ξένες να μας δέχονταν
οι πολιτείες οι πιο απομακρυσμένες
Κι εγώ σ΄ αυτές απλά να σε σύσταινα
σαν σε παλιές γλυκές μου αγαπημένες

Κάτι που θα ΄κανε τα υγρά παράδοξα σου μάτια
Που αβρές μαθητριούλες τ ΄αγαπούν και σιωπηροί ποιητές
Χαρούμενα και προσδοκία γεμάτα να γελάσουνε
Με κάποιο τρόπο που όπως λεν δεν γέλασαν ποτέ

Γνωρίζω κάτι που μπορούσε βέβαια να σε σώσει
Εγώ που δεν σε γνώρισα ποτέ για σκέψου εγώ
Ένα καράβι να σε πάρει Καίσαρ να μας πάρει
Ένα καράβι που πολύ μακριά θα τ οδηγώ

Μακριά πολύ μακριά να ταξιδεύουμε
κι ο ήλιος πάντα μόνους να μας βρίσκει
Εσύ τσιγάρο CAMEL να καπνίζεις ναι
κι εγώ σε μια γωνιά να πίνω Whiskey

Και μια βραδιά στην Μπούρμα ή στην Μπατάβια
Στα μάτια μιας Ινδής που θα χορέψει
Γυμνή στα 17 στιλέτα ανάμεσα
θα δείτε την Γκρέτα να επιστρέψει


Στίχοι: Νίκος Καββαδίας
Μουσική: Δημήτρης Ζερβουδάκης
Πρώτη εκτέλεση: Δημήτρης Ζερβουδάκης

Αφιερωμένο στο Ηλίθιο Αγρινό

20 Φεβρουαρίου 2009

Φάτα Μοργκάνα



Η Μαρίζα Κωχ τράβηξε το δικό της μοναχικό δρόμο στην Ελληνική μουσική την οποία υπηρετεί με πάθος για πάνω από 35 χρόνια. Εξαιρετική ερμηνεύτρια αλλά και συνθέτης όπως στη Φάτα Μοργκάνα που πιστεύω ότι έντυσε ιδανικά τους στίχους του Καββαδία με τις νότες της. Διαχρονικά αγαπημένο μου!

Θα μεταλάβω με νερό θαλασσινό
στάλα τη στάλα συναγμένο απ' το κορμί σου
σε τάσι αρχαίο, μπακιρένιο αλγερινό,
που κοινωνούσαν πειρατές πριν πολεμήσουν.

Πανί δερμάτινο, αλειμμένο με κερί,
οσμή από κέδρο, από λιβάνι, από βερνίκι,
όπως μυρίζει αμπάρι σε παλιό σκαρί
χτισμένο τότε στον Ευφράτη στη Φοινίκη.

Σκουριά πυρόχρωμη στις μίνες του Σινά.
Οι κάβες της Γερακινής και το Στρατόνι.
Το επίχρισμα. Η άγια σκουριά που μας γεννά,
Μας τρέφει, τρέφεται από μας, και μας σκοτώνει.

Rosso romano, πορφυρό της Δαμασκός,
δόξα του κρύσταλλου, κρασί απ' τη Σαντορίνη.
Ο ασκός να ρέει, κι ο Απόλλωνας βοσκός
να κολυμπάει τα βέλη του σε διοσκορίνη.

Πουθ' έρχεσαι; Απ' τη Βαβυλώνα.
Πού πας; Στο μάτι του κυκλώνα.
Ποιαν αγαπάς; Κάποια τσιγγάνα.
Πώς τη λένε; Φάτα Μοργκάνα.


Στίχοι:
Νίκος Καββαδίας
Μουσική: Μαρίζα Κωχ
Εκτέλεση:
Μαρίζα Κωχ

17 Φεβρουαρίου 2009

Να μ' αγαπάς


Το σημερινό τραγούδι είναι επιλογή της συμβίας μου. Πρέπει να ομολογήσω ότι μου υπεράρεσει και μένα. Τόσο η μελωδία όσο και ο στίχος αλλά και οι υπέροχες φωνές του Τρίφωνου. Το πρωτότυπο τραγούδι είναι από Αργεντινή, λέγεται Gente que si.

Να μ’ αγαπάς, να σταθούμε εδώ σε μια γωνιά
Να κοιταχτούμε λες κι ειν’ γιορτή, πρωτοχρονιά
Να με κρατάς αγκαλιά σφιχτά γιατί μου πήρε πολλά το εφτά
εκτός κι αν είπα εγώ το έλα σ' όλα αυτά

Μακάρι να ‘ναι η καρδιά μου ρόδι τυχερό
να στο χαρίσω να στάζει αγάπη ένα σωρό
Στα μαξιλάρια και στο χαλί να ξεχαστώ να μου λες πολύ
Κι ας κάνει ο φόβος κι άλλη τρύπα στο νερό

Να περπατάμε χέρι-χέρι ως το πρωί
Του τραμ οι ράγες κάτι ξέρουν δεν μπορεί
Τα χρόνια φεύγουν, γοργά περνούν και μ’ αναμνήσεις μετά γυρνούν
Μικρά τα ονόματα που όλα τα χωρούν

Να μ’ αγαπάς με τα λάθη μου όλα στη σειρά
Στο σινεμά στο κορμί μου κόλλα τρυφερά
Δεν ειν’ ο κόσμος ιδανικός, για το ταξίδι είναι δανεικός
Για να ‘χει όνειρα να κάνει ο ενικός

Να μου μιλάς μεσημέρι, βράδυ και πρωί
Στα ξαφνικά, στο μικρό μπλακ άουτ της Δ.Ε.Η.
Και μέχρι να ‘ρθει ξανά το φως, αυτός ο λόγος ο πιο κρυφός
θα δει ν’ ανοίγουμε μια πόρτα στη ζωή

Να μ’ αγαπάς εαυτέ μου σ’ έψαχνα παντού
Κι ενώ ενοχές κι αντοχές μου ‘δίναν ραντεβού
απ’ τα ακριβά μου στα πιο φθηνά κι απ’ τη φωλιά μου στο πουθενά
συναντηθήκαμε στη μέση του καιρού

Να μ’ αγαπάς, να σταθούμε εδώ σε μια γωνιά
Να κοιταχτούμε λες κι ειν’ γιορτή, πρωτοχρονιά
Να μου μιλάς σιγανά στ’ αυτί γιατί ακούνε την νύχτα αυτή
παλιά μου όνειρα που χρόνια είχαν κρυφτεί

Στίχοι: Λίνα Νικολακοπούλου
Μουσική: Carlos Libedinsky
Εκτέλεση: Τρίφωνο

14 Φεβρουαρίου 2009

Αστέρι μου , φεγγάρι μου



Σήμερα που η εμπορικοποίηση και ο ξεφτυλισμός ακόμα και των πιο ωραίων συναισθημάτων κυριαρχεί, εμείς αντιτείνουμε ένα υπέροχο ύμνο στην αγάπη. Γραμμένο και εκτελεσμένο από δύο ιερά τέρατα της συγχρονης Ελληνικής Τέχνης σε στίχους Γιάννη Θεοδωράκη.

Αστέρι μου, φεγγάρι μου, της άνοιξης κλωνάρι μου
κοντά σου θά 'ρθω πάλι, κοντά σου θά 'ρθω μιαν αυγή
για να σου πάρω ένα φιλί και να με πάρεις πάλι.

Αγάπη μου, αγάπη μου, η νύχτα θα μας πάρει,
τ' άστρα κι ο ουρανός, το κρύο το φεγγάρι.

Θα σ' αγαπώ, θα ζω μες στο τραγούδι
θα μ' αγαπάς, θα ζεις με τα πουλιά
θα σ' αγαπώ, θα γίνουμε τραγούδι
θα μ' αγαπάς, θα γίνουμε πουλιά.

Ο ποταμός είναι ρηχός
κι ο ωκεανός είναι μικρός
να πάρουν τον καημό μου.
Να διώξουνε τα μάτια σου
να πνίξουνε τους όρκους σου
από το λογισμό μου.

Στίχοι: Γιάννης Θεοδωράκης
Μουσική:
Μίκης Θεοδωράκης
Πρώτη εκτέλεση: Μελίνα Μερκούρη

Αφιερωμένο με συγκίνηση στην Ελένη

10 Φεβρουαρίου 2009

Πως να σωπάσω μέσα μου


Πώς να σωπάσω μέσα μου
την ομορφιά του κόσμου;
Ο ουρανός δικός μου
η θάλασσα στα μέτρα μου

Πώς να με κάνουν να τον δω
τον ήλιο μ'άλλα μάτια;
Στα ηλιοσκαλοπάτια
Μ' έμαθε η μάνα μου να ζω...

Στου βούρκου μέσα τα νερά
ποια γλώσσα μου μιλάνε
αυτοί που μου ζητάνε
να χαμηλώσω τα φτερά;

Στίχοι: Κώστας Κινδύνης
Μουσική: Σταύρος Ξαρχάκος
Ερμηνεία: Νίκος Ξυλούρης

Επίκαιρο σήμερα, που οι διώκτες των ιδεών και της ελέυθερης σκέψης κάνουν προσπάθεια να εμπεδώσουν το σκοταδισμό τους. Η τελευταία στροφή προς απάντηση τους!

5 Φεβρουαρίου 2009

Προσκύνημα


Update: Μια εναλλακτική λύση που βρήκα, σε περίπτωση που δεν λειτουργεί το βίντεο, βρίσκεται εδώ. Πρόκειται για μια καλούτσικη προσπάθεια δυο νεαρών. Στο δευτερο μισό ακούγεται ο θίασος με τη Καρέζη και το Καζάκο.

Για να θυμόμαστε τα άσματα που μας ενηλικίωσαν

Πάμε κι εμείς στην αυλή του φθινοπώρου
πίσω απ' τα πετρωμένα στάχυα του καλοκαιριού
πάμε κι εμείς στα παιδιά που κοιμήθηκαν
κάτω απ' τα ματωμένα νύχια του περιστεριού
πάμε να δεις στην αυλή που μεγάλωσαν

Δυο παιδιά ερωτευμένα
δυο παιδιά του χαμού

Ορέστη απ' το Βόλο
Μαρία απ' τη Σπάρτη
γυρεύω το γιο μου
Μαρία απ' τη Σπάρτη
Ορέστη απ' το Βόλο
την κόρη μου θέλω

Στίχοι: Ιάκωβος Καμπανέλλης
Μουσική: Σταύρος Ξαρχάκος - Από "Το μεγάλο μας τσίρκο"
Πρώτη εκτέλεση: Νίκος Δημητράτος, Τζένη Καρέζη & Θίασος

Related Posts with Thumbnails

Έλα στην παρέα μας

Αλήτη ! Απόψε είν' η βραδιά τόσο καλή, τόσο καλή ! Μπορείς να πας να κοιμηθείς σ' ένα παγκάκι, αλήτη ! Πλάτυνε η σκέψη τη ζωή τόσο πολύ, τόσο πολύ, πόκανε ο άνθρωπος τη γη κι όλο το σύμπαν σπίτι.

Τεύκρος Ανθίας - Τα σφυρίγματα του αλήτη